Πότε θα «τρέξει» ο διαγωνισμός για την ανάπλαση της ΔΕΘ

Εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Απριλίου, αναμένεται να προκηρυχθεί ο διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την ανάπλαση του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ, στη βάση του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου (ΕΧΣ) που έχει εκπονηθεί, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου της ΔΕΘ-Helexpo AE, Τάσου Τζήκα στο ΑΜΠΕ.

Αφού υπενθύμισε ότι η διοίκηση της εταιρείας έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης για την ανάπλαση το καλοκαίρι του 2019, ενσωματώνοντας ορισμένες εξ αυτών, όπως η μεταφορά της προβλεπόμενης ξενοδοχειακής μονάδας σε άλλο σημείο, γνωστοποίησε ότι έγιναν οι εξής τρεις βασικές αλλαγές στο master plan:

Πρώτον, θα δοθούν στον δήμο Θεσσαλονίκης περίπου 12,9 στρέμματα περιμετρικά της έκθεσης, προκειμένου να αναπτυχθούν καλύτερα τα πεζοδρόμια και τυχόν προκήπια, ώστε η προσέγγιση στη ΔΕΘ μέσω του περιβάλλοντος χώρου της να είναι αισθητικά και ουσιαστικά ευχερέστερη και ευκολότερη.
Δεύτερον, θα παραχωρηθεί προς χρήση στην πόλη η προέκταση της Αλεξάνδρου Σβώλου ως πεζόδρομος, μέχρι το νέο εκθεσιακό κέντρο, περίπου 7,3 στρέμματα (σ.σ. ο χώρος αυτός, παρότι είναι εντός οικοδομικού τετραγώνου και παραμένει ιδιοκτησιακά στη ΔΕΘ-Helexpo, θα έχει όλα τα χαρακτηριστικά κοινόχρηστου χώρου και θα διαμορφωθεί σε μόνιμο πεζόδρομο στην περιοχή ανάπλασης)
Τρίτον, παραχωρούνται από τη ΔΕΘ-Helexpo άλλα 10 στρέμματα στην περιοχή της οδού Αγγελάκη, τα οποία είναι ρυμοτομούμενα από τον δήμο Θεσσαλονίκης.
«Αρα, και με βάση ότι το 50% περίπου της έκτασης ουσιαστικά παραχωρείται προς χρήση στην πόλη, με το αστικό πάρκο, με τον πεζόδρομο, τα περιμετρικά πεζοδρόμια και τους υπόλοιπους ελεύθερους χώρους, γίνεται σαφής η επίδραση που θα έχει η ανάπλαση στο κέντρο της πόλης. Η προσέγγιση που είχαμε εξαρχής ως προς τη δημιουργία του νέου εκθεσιακού και συνεδριακού κέντρου ήταν ότι θα έπρεπε να είναι μια λύση win-win-win, δηλαδή συμφέρουσα για τη ΔΕΘ, για τον δήμο Θεσσαλονίκης και για την κοινωνία και νομίζω ότι αυτό επιτυγχάνεται με τον τρόπο που χειριζόμαστε την ανάπλαση», υπογράμμισε.

Οι αλλαγές που έρχονται

O επισκέπτης που θα προσεγγίζει τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) από τη Λεωφόρο Στρατού, το 2026, δεν θα αντικρίζει τον επιμήκη όγκο του εκθεσιακού και συνεδριακού κέντρου «Ιωάννης Βελλίδης», που σήμερα δεσπόζει στη συμβολή της με την οδό 3ης Σεπτεμβρίου, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Αντίθετα, θα έχει ελεύθερη ανοιχτή θέα, χωρίς παρεμβολή κτηρίων, σε μια διαγώνιο ευθεία σχεδόν μισού χιλιομέτρου, ώς τις οδούς Αγγελάκη και Αλεξάνδρου Σβώλου.

Το κτήριο του συνεδριακού κέντρου, με τα δεκάδες σκαλοπάτια του και τα μεταλλικά στοιχεία της πρόσοψης, γνωστό και ως «Βελλίδειο», που στέκει εκεί επί σχεδόν 30 χρόνια (χτίστηκε επί πρωθυπουργίας πατρός Μητσοτάκη), θα έχει κατεδαφιστεί και πάνω από το υπόγειο πάρκινγκ του, το οποίο διατηρείται, θα έχει δημιουργηθεί ελεύθερος χώρος με πράσινο, που θα «διαχέεται» γύρω από τον Πύργο του ΟΤΕ ΟΤΕ-0,07% και σε συνολική έκταση δεκάδων στρεμμάτων.

Ο επισκέπτης θα βαδίζει σε φαρδύτερα πεζοδρόμια και ανάμεσα σε περιποιημένα προκήπια -αφού περίπου 12,9 στρέμματα περιμετρικά του εκθεσιακού κέντρου θα δοθούν γι αυτό στον δήμο- και όταν φτάνει στα ενδότερα του «σπιτιού» των διοργανώσεων της ΔΕΘ-Helexpo ΑΕ, συνολικής έκτασης 176 στρεμμάτων, θα συναντά τα ανανεωμένα εκθεσιακά περίπτερα, στα οποία χτυπά η «καρδιά» της εκθεσιακής και συνεδριακής δραστηριότητας της Θεσσαλονίκης, αποδίδοντας στην πόλη έσοδα πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Μετά θα καταλήγει στο σημείο που ορίζεται από τις οδούς Αγγελάκη και Εγνατία, όπου θα βρίσκεται ενώπιον μιας μικρής ξενοδοχειακής μονάδας, δυναμικότητας 120 κλινών και θα μπορεί να απολαύσει τον καφέ, τον ποτό του ή το φαγητό του σε κάποιο από τα καταστήματα που λειτουργούν εκεί ή να επισκεφτεί μια μικρή εμπορική έκθεση στον ολοκαίνουργιο χώρο πολλαπλών χρήσεων.

Κάπως έτσι εκτιμάται ότι θα μοιάζει το εκθεσιακό κέντρο της ΔΕΘ-Helexpo ΑΕ σε λίγα χρόνια από σήμερα, το 2026, όταν εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί το σχέδιο ανάπλασής του, ένα έργο που θα αλλάξει τη μορφή του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ο προϋπολογισμός του οποίου έχει εκτιμηθεί στα 160 εκατ. ευρώ. Τα έργα που θα δώσουν υπόσταση στο πρότζεκτ εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να αρχίσουν το 2023, αν δεν υπάρξουν γραφειοκρατικές καθυστερήσεις.