Παναγία Χοζοβιώτισσα: Ξημερώνοντας στο στολίδι της Αμοργού

Αν υπάρχει κάποιος που δεν θεωρεί τον εαυτό του ταξιδιώτη και αναρωτιέται με ποιον προορισμό θα παθιαστεί περισσότερο από κάθε άλλον, η απάντηση είναι μία: Αμοργός. Η Αμοργός θα σε ακολουθεί πάντα…

Γυρνώντας πολλά χρόνια πίσω, βλέπουμε τους πιστούς Χριστιανούς που ήρθαν από την Παλαιστίνη, και που σύμφωνα με τις μαρτυρίες και την καταγεγραμμένη ιστορία του μοναστηριού «είδανε» στα απόκρημνα βράχια της Αμοργού τα μέρη τους, στα Χόζοβα της Παλαιστίνης κοντά στην Ιεριχώ. Έτσι, με μία εικόνα στα χέρια, αποφάσισαν ότι ήταν το ιδανικό μέρος για να γίνει το νέο «σπίτι» της εικόνας. Έκτοτε η πολιούχος και προστάτιδα της Αμοργού, η Παναγία Χοζοβιώτισσα, ονομασία που προήλθε από παραφθορά του Χοζοβίτισσα, είναι το στολίδι του νησιού, το «αγλάισμα» όπως μας διηγείται ο πατήρ Σπυρίδων, που εδώ και 40 χρόνια κρατά τα κλειδιά της Μονής.

Ξεκινώντας για τη Μονή νωρίς το πρωί, ακόμα ο ήλιος δεν είχε ξεπροβάλλει από τη γραμμή του ορίζοντα, σταθήκαμε στο χώρο στάθμευσης, εκεί όπου αν κοιτάξεις πάνω αριστερά βλέπεις σκαρφαλωμένο το μοναστήρι στα 300 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, σε μία εσοχή του απόκρημνου βράχου πάνω από τον όρμο της Αγίας Άννας.
Από μόνο του το σκηνικό σε προετοιμάζει να αφεθείς. Παρατηρώντας τη δύναμη που αποπνέει από το σκηνικό που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας, φέραμε στο μυαλό μας εικόνες από την καθημερινότητα στην πόλη και σκεφτήκαμε πόσα χάνουμε κλεισμένοι στα τσιμεντένια κουτιά που να ζούμε στις μεγαλουπόλεις, πόση ομορφιά κρύβει το απλό, το απρόσιτο.Αφού ξημέρωσε ανεβήκαμε στη Μονή. Ήμασταν οι πρώτοι επισκέπτες της ημέρας. Τα σκαλιά ήταν αρκετά για να ανεβούμε, αλλά κάθε φορά που κοιτάζαμε στα δεξιά μας το απέραντο γαλάζιο ήταν σαν να μας έδινε ώθηση και δύναμη να συνεχίσουμε. Το μοναστήρι, αν το παρατηρήσει κάποιος, θα δει ότι είναι πλέον ένα με τον βράχο, τίποτα δεν αποτελεί παραφωνία, ακόμα και η αυστηρή κάθετη πρόσοψη που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα αγκαθωτά βράχια. Τα σύννεφα πάνω από το βουνό είχανε έντονη κίνηση, γεγονός που έδινε στο τοπίο άλλη διάσταση.

Όταν φτάσαμε, οι άνθρωποι της Μονής μάς καλωσόρισαν με ψημένη ρακή και λουκουμάκι, όπως όλους τους επισκέπτες άλλωστε.Ο πατέρας Σπυρίδων μάς υποδέχτηκε με το ζεστό χαμόγελό του, ενώ τα μάτια του είναι σαν να έχουν πάρει τα ύψη και τα βάθη του τοπίου. Από τους ανθρώπους που κοιτάζουν και ζυγίζουν τον συνομιλητή τους. Πάντα καλοσυνάτος και έτοιμος να διηγηθεί ιστορίες με ένα τρόπο καθηλωτικό. Η σκληρότητα στον τρόπο που εκφράζεται και κινείται αυτός ο άνθρωπος, παρά την ευγένεια που τον διακρίνει, είναι χαρακτηριστική των δυσκολιών που μπορεί να συναντά κάποιος που έχει αφοσιωθεί στο μοναχισμό σε ένα τέτοιο μέρος.

Eίχαμε μια γνήσια και ειλικρινή κουβέντα εντός και εκτός κάμερας που κάθε λέξη της είχε να σου προσφέρει κάτι. Καταλήξαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλιά της Μονής πιο ανάλαφροι παρά τον βαρύ εξοπλισμό που κουβαλούσαμε και με τη σκέψη ότι η πιστότητα δεν είναι απόδειξη για να σε συγκλονίζουν τα λόγια και η επαφή με τέτοιους ανθρώπους. Εμπειρία που αξίζει τον κόπο να ζήσει όποιος επισκέπτεται το νησί.