Οι αρχαιολόγοι που έκαναν την ανασκαφή πιστεύουν ότι κάποτε διακοσμούσε το πάτωμα ενός δημόσιου κτηρίου της Αντιόχειας. Η ανακάλυψή του έγινε πριν από εννέα χρόνια κατά την κατασκευή ενός νέου ξενοδοχείου στην Αντάκια. Τα μεγαλύτερα τμήματα του αρχικού ψηφιδωτού παραμένουν άθικτα, ενώ άλλα έχουν πάθει καθίζηση ή έχουν εντελώς εξαφανιστεί μετά τους μεγάλους σεισμούς του 526 και του 528 μ.Χ.

Η Αντιόχεια (σημερινή Αντάκια), γνωστή και ως Αντιόχεια η επί Δάφνη ή επί Ορόντου ή Αντιόχεια η Μεγάλη ήταν αρχαία πόλη. Βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ορόντη και ιδρύθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Σέλευκο Α΄ τον Νικάτορα, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προς τιμή και μνήμη του πατρός του Αντίοχου.

Σήμερα έχει πληθυσμό 217.000 κατοίκους, από τους οποίους οι περισσότεροι έχουν μητρική γλώσσα την τουρκική. Ωστόσο, υπάρχει και αραβόφωνη μειονότητα.

Θεωρείται πολυπολιτισμική πόλη, με δραστήριες θρησκευτικές μειονότητες Αλεβιτών και Χριστιανών Καθολικών και Ορθοδόξων, καθώς και Εβραίων, που συνυπάρχουν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα με τη σουνιτική πλειοψηφία.