Ξενία, η χρόνια εκκρεμότητα της Ανδρου

Το ξενοδοχείο «Τρίτων», το Ξενία της Ανδρου, διά χειρός του μετασχηματιστή αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, στέκει εγκαταλελειμμένο από το 1999, έχοντας περιέλθει σε πλήρη απαξίωση. Η «Κ» μπήκε στο εσωτερικό του ερειπίου, αποτύπωσε τη σημερινή του κατάσταση και αναζήτησε απαντήσεις για την επόμενη μέρα του. Για το ζήτημα μιλούν περίοικοι, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου, στην οποία ανήκει το κτίριο, και ο γιος του αρχιτέκτονα, Δημήτρης Κωνσταντινίδης.

andros

«Τα νέα ξενοδοχεία του ΕΟΤ αποτελούν λοιπόν όχι μονάχα μονάδες λειτουργικής εξυπηρέτησης αλλά και πυρήνες αισθητικής απόλαυσης. […] Ο ξένος που επισκέπτεται την Ελλάδα δεν θα χαίρεται μονάχα για τα αρχαία μνημεία και τον πολιτισμό της χώρας, αλλά θα ζει πραγματικά και την ομορφιά του νέου ελληνικού τοπίου για να το αγαπήσει και να το αισθανθεί σε όλη τη μοναδική του ποιότητα», έγραφε ο μετασχηματιστής αρχιτέκτων Αρης Κωνσταντινίδης στην εφημερίδα «Τουρισμός» την 1η Μαΐου του 1959. Το 1958, ο ίδιος, προϊστάμενος τότε του Τμήματος Αρχιτεκτονικών Μελετών της Τεχνικής Υπηρεσίας του ΕΟΤ, παραδίδει το πρώτο του Ξενία, το ξενοδοχείο «Τρίτων» στην ανδριώτικη Χώρα.


Η μεγάλη αντίθεση. Το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου σε αντιπαραβολή με το εκπεσόν «δημοκρατικό μεγαλείο» ενός νεότερου μνημείου.

Ηταν ένα από τη μεγάλη σειρά ξενοδοχείων που θα κατασκευάζονταν την επόμενη, πολύ δραστήρια δεκαετία από εκείνον αλλά και άλλους, αξιότατους συναδέλφους του, όπως ο Χαράλαμπος Σφαέλλος (ήδη, το 1953, ο Δημήτρης Πικιώνης είχε σχεδιάσει το Ξενία των Δελφών). Σήμερα, όμως, το Ξενία της Ανδρου στέκει μόνο του, ξένο σώμα, αποσυνάγωγο, υπενθύμιση μιας πάλαι ποτέ διαλαμψάσης εποχής.


Το ξενοδοχείο «Τρίτων» την εποχή της παράδοσής του, το 1958.

Οι φαγωμένες κολόνες, τα ξεφλουδισμένα ντουβάρια, τα σκουριασμένα ψυγεία, τα θρυμματισμένα οικοδομικά υλικά, τα σαπισμένα κουφώματα, τα βίαια ξηλωμένα διακοσμητικά και άλλα αντικείμενα δεν θυμίζουν σε τίποτα ξενοιασιά, ξεκούραση, διακοπές. Το Ξενία της Ανδρου είναι μια χιλιοφθαρμένη στολή από τον μαραθώνιο της ανάπτυξης που έζησε η Ελλάδα μεταπολεμικά. Το οριστικό κλείσιμο του 1999 σηματοδότησε τη μετατροπή του σε εγκαταλελειμμένο μνημείο του εαυτού του. «Το βλέπω να σβήνει. Ξέρετε τι είναι να αντικρίζεις κάθε μέρα ένα κουφάρι;» λέει στην «Κ» επιχειρηματίας που εκφράζει την αγωνία των περιοίκων.


Φαγωμένες κολόνες, ξεφλουδισμένα ντουβάρια, θρυμματισμένα οικοδομικά υλικά, σαπισμένα κουφώματα – τίποτα δεν θυμίζει το Ξενία του Κωνσταντινίδη.

Ασφαλώς, το Ξενία της Ανδρου αποπνέει ακόμα τον Αρη Κωνσταντινίδη, το σολωμικό «κοινό και κύριο», αυτό το «δημοκρατικό μεγαλείο» των κατασκευών του, εκείνο που «η αστική τάξη της εποχής του δεν κατάλαβε ποτέ. Στα εγκαίνια της περίφημης εξοχικής κατοικίας της Αναβύσσου, το 1962, ένας εκ των προσκεκλημένων είπε στον ιδιοκτήτη: “Το βρήκαμε πολύ δύσκολα. Μα, καλά, πώς γίνεται να μη φαίνεται από πουθενά;”. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να φαίνεται· ήθελε να λειτουργεί», αφηγείται σήμερα στην «Κ» ο γιος του Αρη Κωνσταντινίδη, Δημήτρης.


Ενα έργο-παρέμβαση της Αννας Δημητρίου. Η ίδια αγωνίζεται για την αναβίωση «της χαμένης αθωότητας του ελληνικού καλοκαιριού».

Παρά ταύτα, το Ξενία της Ανδρου, με την υπέροχη θέα στον όρμο της Χώρας, δέχθηκε σφοδρή κριτική επειδή «βομβάρδισε το τοπίο της Ανδρου», όπως είχε πει ο Τάσος Μπίρης, στο εναρκτήριο λάκτισμα μιας θυελλώδους διαμάχης με τον Αρη Κωνσταντινίδη. «Πράγματι, δεν είναι από τα καλύτερά του. Ο κάναβος του 4×4 έχει τη σκληρότητα της τότε αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας. Ταυτόχρονα, δεν “έδεσε” με το έδαφος της Ανδρου, όπως συνέβη με αυτά της Καλαμπάκας, που το θεωρώ το καλύτερό του, του Πόρου, του Παλιουρίου ή της Ολυμπίας. Ο κάναβός του, όμως, εξυπηρετεί νέες χρήσεις», εξομολογείται στην «Κ» ο επίσης αρχιτέκτων Δημήτρης Κωνσταντινίδης.


«Ισως είναι υπερβολή να δαπανηθούν τόσα χρήματα για την ανακατασκευή του Ξενία της Ανδρου», λέει ο γιος του Αρη Κωνσταντινίδη, Δημήτρης.

«Υπόσχεση»

Το 2011 κηρύχθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού νεότερο μνημείο ως «δείγμα κτιρίου ειδικής χρήσης, αντιπροσωπευτικό της μοντέρνας αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’50», μια εποχής «που είχε υποσχεθεί μιαν άλλη ζωή για την Ελλάδα», όπως λέει στην «Κ» η σκηνοθέτις και εικαστικός Αννα Δημητρίου, η οποία, εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, έχει αφοσιωθεί στη μάχη για την ανάδειξη των εγκαταλελειμμένων Ξενία, όπως εκείνα του Ναυπλίου, των Σπετσών, των Μετεώρων, αλλά «όχι μόνον αυτών· πηγαίνω σε κουφάρια βιομηχανιών, σε ό,τι θυμίζει την ορμή της Ελλάδας του ’50 και του ’60». Αφορμή για τη συνομιλία μας ήταν τα έργα της που συνάντησα στην αυτοψία του Ξενία της Ανδρου. Η ίδια ζητεί την «αναβίωση της αθωότητας του ελληνικού καλοκαιριού και την επιστροφή της ζωής που υποσχέθηκαν εκείνες τις δεκαετίες». Στο ίδιο πνεύμα, το 2012, η Λίζη Καλλιγά, σε μία εμβληματική όσο και παρεμβατική έκθεση στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, παρουσίασε φωτογραφίες και αρχειακό υλικό από το Ξενία της Ανδρου, καταγράφοντας τις φθορές και την εκπεσούσα λάμψη της κατασκευής ενός επιδραστικού αρχιτέκτονα.

Σήμερα, πάντως, όπως μας πληροφορούν αρμόδιες πηγές, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ Α.Ε.), στην οποία ανήκει το Ξενία της Ανδρου, έχει δρομολογήσει τη διαγωνιστική διαδικασία επίσης και για μια δέσμη αντίστοιχων ξενοδοχείων. Παρότι «έχει ήδη εκδηλωθεί επενδυτικό ενδιαφέρον», δεν έχει προσώρας εκτιμηθεί το κόστος ανακατασκευής του, «στοιχείο που θα δοθεί στην ΕΤΑΔ μέσω της μελέτης βιωσιμότητας που ήδη δρομολογείται». Η μελέτη, όπως λέγεται, θα λαμβάνει υπ’ όψιν «τη διατήρηση της ταυτότητας και της εξωτερικής εικόνας του κτιρίου ως νεοτέρου μνημείου, σε συνδυασμό με την ανάγκη ανταπόκρισης στις σύγχρονες απαιτήσεις φιλοξενίας και αδειοδότησης».

«Ας “πέσει”»

Επ’ αυτού του ζητήματος, ο γιος του Αρη Κωνσταντινίδη, Δημήτρης, εκφράζει μία γενναία –και ολίγον αναπάντεχη– άποψη: «Ισως είναι υπερβολή να δαπανηθούν τόσα χρήματα για την ανακατασκευή του. Στο κάτω κάτω, ας “πέσει” το Ξενία. Δεν είναι απαραίτητο να διασωθεί πάση θυσία. Ο Αρης Κωνσταντινίδης πίστευε στο εφήμερο. Εχτιζε “δοχεία ζωής”, όχι μνημεία. Ο ίδιος έφθασε μέχρι το σημείο να πει “γκρεμίστε τα νεοκλασικά”. Δεν χρειάζεται να τα διαιωνίζουμε όλα. Πάντοτε έρχεται η στιγμή που κάτι πρέπει να το αντικαταστήσεις».








Έντυπη